| ||||
| ||||
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία Σαμοθράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία Σαμοθράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
30 Νοεμβρίου 2018
Σαμοθράκης Λαογραφία- Πηνιλόοπ!
27 Νοεμβρίου 2018
Σαμοθράκη Λαογραφία - Παραγνώρσι
Παραγνώρσι
Η Βασίλς γείπι ντου Γιώρ':ταχιά αα πάγου στου βνο ,να μη θέλς να'ρτς;
-Μπάα,έχου δλεια αα πάγου να σκάψου του χουάφ' να σπίουμ' τίπουτα.΄Εχι ντου νου σ' αα ν'έχου στγιά αναμμέν'κι αα δγεις ντου καπνό, απ' του βνο!
Πήγι η Βασίλς κ η παρέα τ' .Ανιβήκαν πουλύ αψλά ,σα πλια .Καμνιά βουλά νταγιαντήσαν σι μνια κουρφή κι βγάλαν τς μηχανές να φουτουγραφίσ' τα μέργια.Όπους παατέργι η Βασίλς σ' ντου φακό ,βλέπ' ντου καπνό ,μπάσ' στου στρατόπιδου .Τράπ,ντου ζύγουσι μι του ζούμ'-ι-τς για να ντη δείξ' σ'ντου Γιώρ'.
Ντ' άλλ' ντ μία, βίικι ντου "Γιώρ'" κι ντου γείπι :σι γείδα απ' του βνο .
-Πού γείμαν;
-Στου στρατόπιδου κουντά κι γείχις αναμμέν' στγιά!
-Αα,κάλα παλαβώθκις ,ιγώ δεν ανάβου στγιές κι κουντά στου στρατόπιδου κιόλας
-Βγάζ' ντ μηχανή κι ντου λέει :έλα να δγεις .
-Αα,παλαβώθκις ιγώ σι λέγου δε βάζου στγιές κι του καλό απ' σι θέλου μι μ'ανικατώνς μι παλαβά πράματα.
Η Βασίλς ιπέμινι. Νιβριάζ' η γι' άλλους, αρπάζ' ντ'μηχανή, ντη τνάζ' μες σ'ντου γιαλό .
Αχινέψαν να πγιάντην!
Πέρνα η Γιάννς κι λαλεί :Βρε Κουσταντή ,γιατί τααβείς τα ζνάργια σ' καταγή;
Η Βασίλς τά'χασι!
-,Πγιος ένι η Κουσταντής;
-Ιγώ γείμι ,τι λουγιώ, δε μη γνουίιζ'!
Κ'η Γιώρς ;
-Η Γιώρς ένι η γι αδιρφός ι-μ'!
-Έχς αδιρφό απ' σι μνοιάζ';
-Κι μνια γάτα απ' σι θυμνιάζ',απ'αα μι πεις απ' έβαλα στγιά !
-Δηλαδή έχς δίδυμου αδιρφό;
-Δίδυμου έχου για,τι έχου ;
Έεκειν΄ντ'ώρα κατήβινι η Γιώρς
-Πήγις Βασίλ' στου βνο ;
-Πήγα για ,κι σ'εβγαλα κι φουτουγραφία !
-Γι'άκσι!Πούντην ;
-Έντην'έκανι η Κουσταντής ,μπάνιου κάν' σ'ντου γιαλό .
Βρε παλαβουθήκιτι πιτάξτι ντ' μηχανή σ'ντου γιαλό;
-Να, ντουν αδιρφό σ' ,πέτα ,να μι ντη πληώσ΄'!
-Έδια αα σι δώσου σφάντζικα ,μου, τάαβα κι άλλ'βουλά σα δε γείσι σίγουους για γιένα πράμα να μην ιπιμένς.
Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά
13 Νοεμβρίου 2018
Λαογραφία Σαμοθράκης -Τί πλάκα άλλαξι η κ-ιός!
Τί πλάκα άλλαξι η κ-ιός!
-Μουρήη Κυάννα, άκσις, σήμια ακόμα αα γύισ' η μύλους !
-Α,κάλα τι πλάκα δεν έχ' η κόσμους ιλιές να βγάλ';
-Δεν έχ', έχ';
-Λάθους, να μη κάνς !
-Όχ μάνα μ' του γράφ΄του δγιάβασι η Γιάννς κι μι του γείπι .
-Πού του γράφ' κι δε του πήα χαμπάρ' για;
-Στου φου-μπού πώς πλάκα του λέν ,να σ' έευτουν ντου σατανά απ' κάντιν γούλ' ,γούλη μία κι γούλη νύχτα.
-Πάντους του φιτνό ένι πουουτουφανές, άλλα χόονια γούλου κι μάζιβι η κόσμους, έβγαζι του λάδι τ', φέτου γιατί ;
-Άλλαξι μάνα μ' Κυάννα η κι-ός, δε βλέπς, νε βέεχ' νε κάντιμπουτα, μόν' γήλιου. Άλλ'βουλά μαζώναμ ως τ'αγιού Θανασιού. Θμούμι απ' μαζεύαμ' στ 'ασκέρ' τ'Χατζή κι του βράδ' μόλις έκλουσα ξικέεμασα τσι πλιβέες απ' του γούουν' κι τς έβαλα να ξαρμύισ' για του ταχιά, απ' γήνταν η σκόλ'!
-Κάλα, για βάλι πόσιν μύλ'γύιζαν τότι, στου Λάκκουμα,στς Μακυιλιές δγιο, στου Ξιουπόταμου! Νά'νι απ' ντου κι-ό, για τίπουτα άλλου !
-Άκσι να σι πω, άλλα χόονια τσι δλεύαν τσ'ιλιές, ζιυγαΐζαν, κλαδίζαν, λιπαίρναν, πουτίζαν ,ραντίζαν, τώο κι καμνιά να γείχαν ντ'έφαγι η δάκους!
-Έτς ένι Θκινέλλα, όπους τα λες. Ιμείς, απ' ντου κι-ό απ' τα παράτσι η Κουσταντής, τα δένταα γινήκαν κατάρτγια, τι ιλιές αα κάν' αφού τααβούν να βγούν κατά σιαπάν, τι καρπό αα κάν' Δε βλέπς η γι 'άθιιπους όντι αψλών' αδυνατίζ', κι αυτές φαίντι δίν' δύναμ' κι δε κάν' ιλιές!
-Βλέπς τα πιδγιά μας γινήκαν υπάλληλ', κάναν άλλις δλειές κι δε προυλαβαίν' να δγιούν τσ'ιλιές!
-Πάντους γιένας Αλουνίσιους απ' κάνταν μέσα, λεν, ιγώ δε ντου γείδα, έβγαλι ντιπ πουλύ λάδ'. Έεκ΄η κι-ός δε τσι πείαξι ;
-Ξέου'γω να βλεπς ντ'ιλιά κι ν'αγουάιζ' του λάδ'!
-Άκσι, σα δε τσι παίρν' η κάθι γιένας τ' απανουθγιό τ',να τσι δλεύ, έτσ'αα πάν κι αα σφύιζουμ' ντου γήλιου !
-Μακάρ', άιντι κι του χρόν' κάμ' έχουμ' σουδγειά!
Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά
-Μουρήη Κυάννα, άκσις, σήμια ακόμα αα γύισ' η μύλους !
-Α,κάλα τι πλάκα δεν έχ' η κόσμους ιλιές να βγάλ';
-Δεν έχ', έχ';
-Λάθους, να μη κάνς !
-Όχ μάνα μ' του γράφ΄του δγιάβασι η Γιάννς κι μι του γείπι .
-Πού του γράφ' κι δε του πήα χαμπάρ' για;
-Στου φου-μπού πώς πλάκα του λέν ,να σ' έευτουν ντου σατανά απ' κάντιν γούλ' ,γούλη μία κι γούλη νύχτα.
-Πάντους του φιτνό ένι πουουτουφανές, άλλα χόονια γούλου κι μάζιβι η κόσμους, έβγαζι του λάδι τ', φέτου γιατί ;
-Άλλαξι μάνα μ' Κυάννα η κι-ός, δε βλέπς, νε βέεχ' νε κάντιμπουτα, μόν' γήλιου. Άλλ'βουλά μαζώναμ ως τ'αγιού Θανασιού. Θμούμι απ' μαζεύαμ' στ 'ασκέρ' τ'Χατζή κι του βράδ' μόλις έκλουσα ξικέεμασα τσι πλιβέες απ' του γούουν' κι τς έβαλα να ξαρμύισ' για του ταχιά, απ' γήνταν η σκόλ'!
-Κάλα, για βάλι πόσιν μύλ'γύιζαν τότι, στου Λάκκουμα,στς Μακυιλιές δγιο, στου Ξιουπόταμου! Νά'νι απ' ντου κι-ό, για τίπουτα άλλου !
-Άκσι να σι πω, άλλα χόονια τσι δλεύαν τσ'ιλιές, ζιυγαΐζαν, κλαδίζαν, λιπαίρναν,
-Έτς ένι Θκινέλλα, όπους τα λες. Ιμείς, απ' ντου κι-ό απ' τα παράτσι η Κουσταντής, τα δένταα γινήκαν κατάρτγια, τι ιλιές αα κάν' αφού τααβούν να βγούν κατά σιαπάν, τι καρπό αα κάν' Δε βλέπς η γι 'άθιιπους όντι αψλών' αδυνατίζ', κι αυτές φαίντι δίν' δύναμ' κι δε κάν' ιλιές!
-Βλέπς τα πιδγιά μας γινήκαν υπάλληλ', κάναν άλλις δλειές κι δε προυλαβαίν' να δγιούν τσ'ιλιές!
-Πάντους γιένας Αλουνίσιους απ' κάνταν μέσα, λεν, ιγώ δε ντου γείδα, έβγαλι ντιπ πουλύ λάδ'. Έεκ΄η κι-ός δε τσι πείαξι ;
-Ξέου'γω να βλεπς ντ'ιλιά κι ν'αγουάιζ' του λάδ'!
-Άκσι, σα δε τσι παίρν' η κάθι γιένας τ' απανουθγιό τ',να τσι δλεύ, έτσ'αα πάν κι αα σφύιζουμ' ντου γήλιου !
-Μακάρ', άιντι κι του χρόν' κάμ' έχουμ' σουδγειά!
Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά
10 Νοεμβρίου 2018
Λαογραφία Σαμοθράκης - Νε να γιλάς ,νε να κλαις!
-Γιατί κλαις Μαργιώ;
-Κλαίγου γιατί θμήθκα ντουν αδιρφό μ',σι πειάζ';
-Να ,άρρουστ' γείσι κι κλαις .
-Ε, μωρ'παλαβώθκις; Γείμι άρρουστ' γιατί κλαίγου ντουν άθιιπου μ';
-Να πας σι κανέ γιατόο να σι 'ξιτάσ'.
-Ταχιά-ταχιά αα πάγου, απάντιξι!
Έ, μπι, σεις σια πία παγαίντι μόλις κλάψτι σι γιατόο;
-Παγαίνουμ' για .
-Κι σι τι γιατόο πάτι;
-Σι νιυρουλόγου, ψυχίατρου, ό,τ' ένι
-Δηλαδή να φουβάσι να κλάψεις, να μη σι πουν παθμένου, παλαβό;
-Άκσι, η καλός δε γέντι γούλ' ντ'ώρα μσανάς.
-Αα, στα καλά καθούμινα αα μας βγάλτι οι πιατκοί άρρουστ'.
-Κάλα, αφού γείσι.
-Τι λουγιώ γείμι ,θμήκθα ντουν άθιιπου μ' κι ανιβήκαν τα δάκυργια, τι να κάνου,να τα καταπιώ;
-Να παίρνεις κανέ χάπ'!
-Αα του δγιουλί σ' ισύ. Μ’ τι χάπ'μόν' να καχανίζου! Άλλου μάνα μ' κι τούτου, να μη μπουλείς να κλάψεις, να σι νουμίζ' παθμένου.
-Ναι, ναι, έ χς κατάθλιψ'!
-Ααα, α του πάου του φτινάδ', γι άκσι κατάθλιψ' ιμείς η Δινταατσγιανή η γιατρίνα !
-Μουρή Μαριώ, μη μι παραξηγείς, δε θέλου να κλαις!
-Σαν ένι κι'γω, δε θέλου να κακανίιζ' ,κατάλαβις;
Άιντι μι πίασι μι ντη κβέντα, τι έχς να πεις;
-Να γείδις, έις πρόβλημα.
-Έχου πρόβλημα; Μάλλουν ισύ γείσι κουτσουμπόλα! Κάλα σήμια η κόσμους δε κλαίει,τι πλάκα κάν' ;
-Ε, σώπασι, γι, κλαίγι ως του χρόν'!
-Δεν ένι έτσ' δεν αφήν' ντου κάθι γιένα να γιλάσ' κι να κλάψ', μι του πρώτου φάρμακα, δε ξέουμ'άλλου χόοβ', άλλα χρόνια δεν-κλαίγαν !
Γούλα χειργιάζντην κ'η γήλιους κ'η βουουχή. Δε βλέπς άμα βέεξ'κι βγει γήλιους τότι βγαίν' η κυρά Σουλέν' κι τέεχ' γούλ' να ντη δγιούν!
-Καλά λες.
-Αφού λέγου καλά γιατί μ'απαγουρεύσ' να κλάψου Αγγιλνιώ;
Έδια του ζούμι, να σι παργούντιν σι γούλα! Ας παν' μπε να κάν' καμνιά δλεια! Κι αα σι πω κι τούτουνου να του λες σια πία απ' έεφ: του γέλιου σ' κι του δάκυργιου ντη γεια σ,' ντη κάν' κι ανθίζ', γέντι του πρόσουπου σ΄φιγγάρ' του μάγουλου σ' κριμίζ΄'.
-Έδια του λατζάουσις;
-Ναι για να θμάσι, ότι κάν' καλό κι τα δγιο, γι' άαυτου ντου μούστου δε ντου ταπών' καλά, γιατί πού αα πάει του βάασ’μου αα σπάσ' η ντραμιτζάνα. Έτσ' κι γι άθιιπους να κλάψ' όντι τόχ' ανάγκ 'άμα ντου κλείισ' του στόματ' αα σκάσ'!
Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά
8 Νοεμβρίου 2018
Λαογραφία Σαμοθράκης - Η Βαρβαούδα κι τα καμώματα τς
| ||||||
3 Νοεμβρίου 2018
Ζούμε Σαμοθράκη - Γείδις η γίδα;
| ||||||||
28 Οκτωβρίου 2018
Λαογραφία Σαμοθράκης - Του μάτγιασμα…
| ||||||
27 Οκτωβρίου 2018
Σαμοθράκη - Θυμάμαι.Θυμάσαι;
| |||
15 Οκτωβρίου 2018
Οι γι’άκσαβουγιές
Ισύ καμένι απ΄δενί γείσι Σαμουθρακίτς αα κάνς κουμμάτ υπουμουνή να μας αντέξις καμπόσις μέις απ’ γείπαμ κι ‘μεις να καταστώωσουμ να γράψουμ ντη γκβέντα μας να θμυθούμι τούτουνου ,κείνουνου γιατί όπους δείχν, σι καμπόσα χόονια δε αα σμαδεύ κάντιμπουτα.
-Φουτνέ, παρ μπαμπάμ ,απού μέσα γιένα αγγειό ν’απουζέψου καμπόσα αβγά.
-Τι να φέου μπε!
-Φερ χαανί,νταβαδέλ,τζιτζιούδ ,καμνιά κααβάνα τσιγγένια, ό,τ βίις.
Πήγι μέσα η Φουτνός ,δεν έβιισκι τς ακσαβουγιές κι λάλει.
-Δε τα βίισκου ,πού τ’ αποζεύιτι
-Σήκουσι βρε, του πανί, σια του γιουκ μιργιά ,έεκ τα βαζ η μάνα σ’.
-Αα ,βίικα γιένα χαανί.
-Έλα σια’δώ σ’ντ πόρτα να τ’απουζέψου κι βάλτα απάν στου παναθύρ απ΄ ένι ανοιχτό να παίρν αγία γιατί αα χαλάσ-.
Σι κουμάτ σέμπκι η μάνα τ’ κι ντου λέει:
-Φουτνέ φερ μπαμπά μ’ τ’αβγά να κάνου μνια γαλατόπτα .
Η Φουτνός ,να μη πεις ,γήνταν καντίρκου πιδί.
Πήι η Παλουγούδα γιένα νταβά, ντουν άλψι μι βούτυου, γύστια έγνιψι ντου Φουτνό να φέρ’ ζάχαρ.Πήγι του πιδί σ’ντου ντουλάπ έβγαλι γιένα τζιέτζιουρ μι του καπάκ’ απ’ γείχι μέσα μνια χαρτουσακούλα ζάχαρ κι ντου γύφιι.
Ικείν,πήι γιένα κβαδέλ πλαστικό, γαλάζιου ,έρξι μέσα έξ αβγά ,ντου ζάχαρ,δγιο φιλτζιάνις, τα χτύπσι μι του χτυπτήρ κι έρξι γιένα κατσαρόλ’ γάλα, αα νι γήνταν καμνιά τρία-τέσσια πουτήργια.
Η Φουτνός γίφιι κι ντ κίινα μι ντου δγυάσμου ,βάλαν κι απ’ έεκ μνιά κουταλιά ,ίιξαν κι γιένα κααβανούδ αλέυιι ως καμνιά ανάλουγα δγιο φιλτζιάνις για να γεν φλη να μην ένι βαργιά .Σι γιένα μαστααπαδέλ’ απ’ έβαλι απάν σ’ντ μασίνα ,γείχι δγιο κουταλιές βούτυου ,ντουν ΄έρξι κι ‘κιον .
Όσου να γέν’ η πίτα γύισαν κι στου καβουτστήρ κουμάτ καφέ κι η Φουτνός –μην ακούτι καντιισινάδα γείπι :-μάναου ,ιγώ αα ντουν αλέσου ντου καφέ κι έτιιξι κι γύφιι ντου μύλου κι ντουν άλισι.Ιδώ απ τα λέμι, μέχρι σήμια έετέτγιους ένι, καντήρς .
Του ταχιά ζύγουνι καληώρα η Λαμπιργιά η Φουτνός κι η μάνα τ’ δγιαρμίσαν ντ΄απουθήκ’.
Η σφίδις κάνταν σ’ντου τόπου τς γείχαν λάδ’, μου κι να μη γείχαν δε τσι πειάζαν γιατί γήνταν νταγιακουμένις κι σα τς ανιμίζαν ,μπόλι κι να τς ακσαβουγιέψ’. Δγιο ντααμιτζάνις όμους γήνταν άδγις, του κρασί του «κουπανίσαν» κι έπιιπι να πλυθούν, για του χρον.
Η χαρκότσκα γήθιλι γάνουμα για τα τααχανά κι ντη ξβάλαν σια ντ αυλή να πιάσ- η Γιάννς να ντη παρ.Ικιός θιός σχουρέσντουν γήνταν ντιπ καλός κι βουλκός έβλιπι να μη σι στιναχουέσ’- μον να σι ξυπηητήσ’- κι τα πιδγιά τα’ πουλύ καλοί νουμάτ βγήκαν.
-Φουτνέ, βγάλι μπαμπά μ’ κι ντου νταβά για ντ μπακλαβού κι ντου μπακιένιου ντου τζιέτζουρ να τα γανώσουμ γούλα μαζί.
Η Φουτνός ,το’κανι μέσα, του κατόν, κούπα.
Ό, τ ακσαβουγή χειργιάσνταν ντη πάστιιψι κι ντ έβαλι σ’ντου τόπου τς κι η μάνα τ’, για να ντου φχαριστήσ’- ντου δώκι γιένα κουσιάρ’ απ’ έεκια μι τα’αλουγούδ γιατί τα μάζιυι γήνταν λέει ασμένια κι αα τάχ’ ως έδια απ’ κβιντιγιάζουμ.
Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







