31 Ιουλίου 2021

Ο «Τυφώνας» καθαριότητας πέρασε από τη Σαμοθράκη


Ο «Τυφώνας» καθαριότητας πέρασε από τη Σαμοθράκη

Τον καθαρισμό των ακτών της Σαμοθράκης ολοκλήρωσε πριν λίγες μέρες ο «Τυφώνας», το υπερσύγχρονο πλοίο του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδης, το οποίο στοχεύει στον καθαρισμό των ελληνικών ακτών από κάθε είδους απορρίμματα. Η δράση ξεκίνησε στις 14 Ιουλίου 2021 και ολοκληρώθηκε στις 19 Ιουλίου 2021.

Σε έξι μέρες συνεχόμενης δράσης στη Σαμοθράκη, η ομάδα του «Τυφώνα» καθάρισε 10 ακτές του νησιού, διατρέχοντας 8.531 μέτρα ακτογραμμής και καλύπτοντας 248.374 τετραγωνικά μέτρα. Συνολικά, στη Σαμοθράκη απομακρύνθηκαν περισσότεροι από 2,5 τόνοι απορρίμματα, στην πλειονότητά τους πλαστικά αντικείμενα και αλιευτικά εργαλεία.

Ποιος είναι ο «Τυφώνας»

Ο «Τυφώνας» είναι νορβηγικής κατασκευής πλοίο 72 μέτρων, ιδιοκτησία του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αθανάσιος Κ. Λασκαρίδη, το οποίο αναλαμβάνει μεγάλης κλίμακας καθαρισμούς παράκτιων και υποθαλάσσιων περιοχών. Εκτός από σύγχρονα συστήματα ναυτικής πλοήγησης, το πλοίο φιλοξενεί 5 ταχύπλοα για τον καθαρισμό δυσπρόσιτων ακτών και διαθέτει κάδους απορριμμάτων μεγάλης χωρητικότητας, κατάλληλους για τη διαλογή των ανακυκλώσιμων ειδών που συλλέγονται κατά τη διάρκεια των δράσεων. Η ομάδα του «Τυφώνα», αποτελούμενη από στελέχη του Ιδρύματος και τριακονταμελές μόνιμο προσωπικό του σκάφους, δραστηριοποιείται από τον Ιούλιο του 2019, καθαρίζοντας δυσπρόσιτες ακτές σε όλη την Ελλάδα. Το πλοίο συνεχίζει τη δράση του σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, σε συνεργασία με ακαδημαϊκά ιδρύματα. Μέχρι σήμερα έχει απομακρύνει περισσότερους από 240 τόνους απορριμμάτων σε 1.691 ακτές στην ελληνική επικράτεια, ενώ φιλοδοξεί να καθαρίσει το σύνολο της ελληνικής ακτογραμμής στα επόμενα χρόνια.

Evros 24 31-7-2021

4 Ιουλίου 2021

Στον «αέρα» ο νέος διαγωνισμός για την γραμμή Αλεξ/πολη-Σαμοθράκη

Το Υπουργείο Ναυτιλίας αναζητά την εταιρεία που θα αναλάβει τα δρομολόγια από τον Νοέμβριο

Στον αέρα βγήκε πριν λίγες μέρες ο νέος μειοδοτικός διαγωνισμός του Υπουργείου Ναυτιλίας, για την εξυπηρέτηση δρομολογιακών γραμμών με σύναψη σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας διάρκειας από 01/11/2021 μέχρι 31/10/2022 για τις συμβάσεις ενός έτους ή μέχρι 31/10/2023 για τις συμβάσεις διετούς διάρκειας. Μεταξύ των γραμμών που προκηρύχθηκαν είναι η γραμμή Αλεξανδρούπολη-Σαμοθράκη, με 7 δρομολόγια την εβδομάδα, καθ’ όλη τη διάρκεια της δρομολογιακής περιόδου, πλην της θερινής περιόδου, από 06/06/2022 έως 04/09/2022, οπότε υπάρχει η υποχρέωση εκτέλεσης 7 δρομολογίων την εβδομάδα, άνευ καταβολής μισθώματος.

Επιπλέον, προκηρύσσεται και η γραμμή Σαμοθράκη-Λήμνος, για το διάστημα από 6/6/2022 ως 4/9/2022, με 3 δρομόλογια την εβδομάδα.

Evros24

21 Ιουνίου 2021

Ιστορίες της θάλασσας - Δημήτρης Σιμσιρίκης


Μπαρκάρισα μηχανικός...καπετανεύει ο καπταν-Χρήστος, ο Μόλαδος. Φορτίο βαρύ...εβδομήντα τουρίστριες, ξέκωλα, απ΄τα Βόρεια...με το βυζί απ έξω... Πάμε να φάμε τις θάλασσες και τα πέλαγα…είπα..κι ας με φάνε τα μαύρα ψάρια και τ΄αλμυρό νερό. Ταξίδι λογκάδο*(μεγάλο,μακρύ)….Κρεμαστό, Κατάρτι, Πανιά της Γριάς, Αγελάδα, Βάτος...και γύρα το νησί. Το ταξίδι έσπαγε στον "Βάτο".. λίγο μπάνιο..καμιά βουτιά...εεε..να και λίγο μπανιστήρι. Στον κάβο στο φανάρι….γραιγολεβάντες στην μάσκα. Πουσκερμές και θαλασσίδι κάπνα…. αλλά το “Θεοδώρα” θαλασσομάχος, μουντάριζε πάνω στον καιρό. Μούπε να κόψω λίγες στροφές στην μηχανή...μ έκανε παρατήρηση... "Ρε θα με καταστρέψεις κόψε στροφές στην μηχανή....πολλά πετρέλαια καίς, θα μας έρθει δύο λίτρα το ξέκωλο"...Ύστερα λεν για τους καπεταναίους. Με κατέβασε στην μηχανή να δω την σαλαμάστρα αν στάζει θάλασσα. Ύστερα με διάταξε να πασαλείψω αντηλιακό σε δυο Αγγλίδες. Εμ …δεν μπορώ να τα κάνω όλα μαζί, αυτό λέγεται εκμετάλλευση του ναύτη καπταν-Χρήστο….ξεμπαρκάρισα.

3 Ιουνίου 2021

Ιστορίες της Θάλασσας από τον Δημήτρη Σιμσιρίκη


Τράβα ανοιχτά στο πέλαγος να πάρουμε ανάσα…φώναξε ο Φάνης κάτω απ΄την κουβέρτα.

Κοίταξα πίσω στην πρύμη μας το Ντακάρ. Θολούρα, σκόνη, οχλοβοή, μούχλα…Η μυρουδιά της σαπίλας έφτανε ως τη γέφυρα…

Τι ζητάω μέσα εκεί…χίλιες φορές το πέλαγος....
Στο μυαλό μου γυρνούσαν ακόμα οι εικόνες απ΄τον γάμο…ο Πιέρ…η Μαρί-ε-Ρόζ…ο Κλέων με το σμόκιν..
-Μια μεγάλη καλάδα θα βάλω εκεί στην τραγάνα*(σκληρός βυθός) και θα σαλπάρω το πρωί...κοιμηθείτε όλοι. Να το ξέρεις…αύριο θάναι δύσκολη μέρα θα δουλέψουμε στα ρέζικα*(ξέρες)…είπα τον Φάνη…
-Να σου κάνω κάτι να φας;
-Όχι δεν θέλω τίποτα…μόνο κάτι να πιω..
Μούφερε τον μαστραπά γεμάτο μ΄ένα κρασί άσπρο απ΄την Ελλάδα…Παριανό… τάστειλε ο καπταν Κυριαζής μ΄έναν μαύρο…δώδεκα μπουκάλια σε ένα κουτί από ψάρια…
Καλάραμε πάνω στον “πάγκο”…εκατόν είκοσι οργιές…Αριστερά μας…άπατα…χίλιες οργιές και βάλε…Κοίταξα το πέλαγος γύρα γύρα στο σκοτάδι. Ψυχή πουθενά σ΄όλο τον Ατλαντικό….
-Μοναχοβάπορο θα είμαστε πάλι απόψε…είπα...
Παρέα το ραδιοτηλέφωνο που…βράζανε ολη την νύχτα τα Ελληνικά βαπόρια. Λέγανε…λέγανε για τα παιδιά τους, λέγανε για τα ψάρια…έλεγε ο καπταν Βαγγέλης ότι ίσως σήμερα-αύριο γεννάει η κόρη του κι αυτός είναι καλαρισμένος*(ψάρευε) στον ωκεανό…Κουβέντες πίκρας…
-Να ξεμπαρκάρεις καπταν Βαγγέλη…να πας να δεις το εγγόνι σου…
-Ναι…ναι θα ξεμπαρκάρω καπταν Μιχάλη…Τον άλλον μήνα...τον άλλον μήνα θα ξεμπαρκάρω…
Το “Ντέλια” και το “Αργώ” δίνανε ραντεβού στο Φρι Τάουν να πάρουνε πετρέλαια…Γέλαγε ο καπταν Στέφος και έλεγε στο “Ankor” να ανταμώσουν σ΄εκείνο το μπάρ με τις καλές πουτάνες…Το σουξέ του “Ankor” ήταν η Ραφαέλλα μια πουτάνα πορτουγέζα…νάνος…με το σκιστό φορεματάκι της και το μπουτάκι απ έξω…
Ένας γλάρος όλη την νύχτα πίσω στα απόνερα, μια στις μπάντες μια στην πλώρη. Σαν να ήθελε να μου δείχνει την ρότα μου μέσα στο σκοτάδι. Τον παρακολουθώ…κάθισε δυο φορές στο δεξί καπόνι…χτυπούσε με την γκάγκα του την μπαστέκα*.(τροχαλία)
-Τι τον κοιτάς…φώναξε ο Φάνης. Ψόφιος απ την πείνα είναι…εσένα περιμένει να σαλπάρεις για να φάει…
Θάταν τρείς το ξημέρωμα…άκουσα στο ραδιοτηλέφωνο την φωνή του καπταν Κλέων…Είχα ένα ραδιοτηλέφωνο μόνο για το κανάλι της Gold Fisher…για να τον ακούω που μιλούσε με τους καπεταναίους του και τους μηχανικούς του…στα Γαλλικά και στα Ισπανικά. Δεν καταλάβαινα σχεδόν τίποτα. Ύστερα τον ρωτούσα…Τι τους είπες καπταν Κλέων;…Περίμενε περίμενε…θα στα πω όλα…
-Εεε…Βόρειε απ΄τα πέλαγα…μ΄ακούς;
-Έλα καπταν Κλέων σ΄ακούω…
-Καλησπέρα…καλημέρα…πως τα πάει το καπετανάκι μου..αντέχεις;
-Καλημέρα καλημέρα…χα χα…αντέχω ακόμα αν και μας πέθανε η "θάλασσα" εδώ και τρεις μέρες…καπταν Κλέων τέτοια ώρα στο γραφείο; Πότε κοιμάσαι;
-Χα χα…πώς να κοιμηθώ… ογδόντα βαπόρια έχω στο πέλαγος…Μαθαίνω ότι πάλι δουλεύεις μακριά απ τα βαπόρια...ρε δεν ακούς ποτέ αυτά που λέω;
-Τα ακούω καπταν Κλέων τα΄ακούω αλλά καλάραμε εδώ ανοιχτά στο Νιανίγκ και παίρνουμε καλά ψάρια…
-Μωρέ το ξέρω που είσαι…το ξέρω. Το πρωί στέλνω δυο δικά μου βαπόρια να καλάρουν*(να ψαρέψουν) πίσω σου. Στο είπα χίλιες φορές…ποτέ δεν μ΄ακους…ποτέ μόνος στο ωκεανό…Τέλος πάντων πότε γυρνάς;
-Την Παρασκευή…
-Οκ…καλή δουλειά και να προσέχεις…κι όπως σου είπα…κοντά στα βαπόρια…
-Οκ καπταν Κλέων…θα προσέχω…καλημέρα….
Την Παρασκευή το βράδυ πέσαμε δίπλα να δέσουμε.
Ούτε που κατάλαβα πως πέρασε μια βδομάδα…όλες οι μέρες…ίδιες. Τιγκάρανε τα ψυγεία ψάρια. Ψάρια πρώτα όλα…δεν είχαμε χώρο για δευτερότριτα…Τα δευτερότριτα στην θάλασσα…τα τρώγανε οι σκύλοι*(καρχαρίες) και οι γλάροι…
Απ τα σκοτάδια του λιμανιού ξεπρόβαλε η κάντιλακ του Κλέων. Το αραπάκι ο Σέσε ο οδηγός του βγήκε βιαστικός…ανήσυχος. Μου έκανε νεύμα να κατέβω.
-Τι τρέχει ρε Σέσε;
Έβγαλε ένα χαρτί απ την τσέπη του και το διάβασε στα Ελληνικά…
-Πατρόν* (αφεντικό) είπε έρτεις σπίτι μαζί τώρα…
-Δεν μπορώ ρε…πες του είμαι πολύ κουρασμένος…”μποκού φατιγιέ ρε…κομπρί;” κατάλαβες;
-Ουί…σε πάω εγκώ σπίτι μαζί τώρα…τουτ σουίτ*(αμέσως)…
Θα μάθεις Ελληνικά του είχε πει ο καπταν Κλέων…αλλιώς θα σ΄απολύσω…κι ο Σέσε ο δόλιος προσπαθούσε…
Στο δρόμο για το σπίτι ο Σέσε μούσκασε τον λόγο…
-Καπταν Κλέων…ήπιε “μαύρο”…μαύρο Λιμπάν*…κλαίει…τέλει πας σπίτι…. (χασίσι που το καλλιεργούν Λιβανέζοι στην Σενεγάλη και στο Μάλι βαθιά μέσα στην ζούγκλα.Τριάντα χιλιάδες Λιβανέζοι στο Ντακάρ…εμπόροι κόκας και νταβατζίδες. Όλα τα μπαρ και οι πουτάνες στα χέρια τους)
-Τι ; Ήπιε μαύρο; Γιατί;
-Ντεν ξέρει πατρόν*(αφεντικό)…κλαίει…τέλει εσένα…
Μπήκα στο σπίτι του αλαφιασμένος. Το σαλόνι…ένας μεγάλος χώρος που στο κέντρο δέσποζε μια ξυλόγλυπτη πιρόγα δυο τρία μέτρα με οκτώ κωπηλάτες από μαύρο μπάομπαμπ*(έβενος). Θάταν και τρακόσια κιλά…λογάριαζα. Το μπάομπαμπ σαν ξύλο δεν επιπλέει …πάει στον πάτο σαν μάρμαρο…Στους τοίχους άλλα ξυλόγλυπτα με γαζέλες ελέφαντες και λιοντάρια.Φωτογραφίες παντού…διάσπαρτες… ο Κλέων νέος με βαπόρια μαύρους και ψάρια…Όλα τα έπιπλα ξυλόγλυπτα…έργα τέχνης απ το Καζαμάνς και το Κάπο Βέρντε…
Ο καπταν Κλέων στον καναπέ ξαπλωμένος στο πλάι..δίπλα του ένα εξάγωνο τραπεζάκι σκαλιστό με φιλντισένια στολίσματα…κι επάνω του ένας λουλάς που κάπνιζε…Ο λουλάς σκαλιστός από ελεφαντόδοντο στολισμένος με χάντρες και δαχτυλίδια από χρυσό…Φορούσε μια γαλάζια μπούμπου* Τουαρέγκ (κελεμπία της παράξενης “γαλάζιας” φυλής της Σαχάρας) με χρυσαφιά κεντήματα. Τα μάτια του ήταν κλειστά…
Μισάνοιξε τα μάτια του…
-Κάτσε εδώ κοντά μου…κάτσε δίπλα μου…ψιθύρισε…
-Καπταν Κλέων μ΄όλο μου το σεβασμό…αλλά αυτό γιατί το πίνεις…θα σε σκοτώσει…
Μιλούσε αργά….η φωνή του ίσα που έβγαινε…
-Σαράντα χρόνια το πίνω…Το μαύρο*(χασίσι) δεν σκότωσε κανέναν…τα άσπρα*(κόκα-ηρωίνη ) σκοτώνουν τους νέους..Μόνο που το “μαύρο” κάνει την χαρά δυο φορές χαρά…όμως την λύπη...δέκα φορές λύπη…Εσύ όμως μην το πιείς ποτέ…δεν έχεις λόγο…
-Εσύ τι λόγο έχεις καπταν Κλέων;
-Έχω…Έχω τριάντα χρόνια έχω εδώ στο Ντακάρ και στην πατρίδα δεν έχω πάει ποτέ…ντρέπομαι που το λέω…Έκανα πολλά λεφτά όμως οικογένεια δεν έκανα ποτέ…ήταν όλες πουτάνες…Μια πουτάνα θάχα δίπλα μου στην ζωή μου γιατί αυτό μου άξιζε…όμως ξέφυγα…Μόνο την Μαρί Ροζ έχω την κόρη μου…που κι αυτή δεν έρχεται να με δει…έχει δουλειές λέει…κι εσένα που μ εκνευρίζεις με τις μαλακίες σου…δεν έχω κανέναν άλλον…
-Έχεις καπταν Κλέων…έχεις εκατόν σαράντα πληρώματα που πίνουν νερό στο όνομά σου κι όλους τους μαύρους που σε λατρεύουν…
-Ναι…ναι το ξέρω...όμως παιδιά μου έχω μόνο την Μαρί Ρόζ και σένα…
Βούρκωσα..μούρθαν δάκρυα ήθελα να τον αγκαλιάσω να τον σφίξω..όμως ο καπταν Κλέων ήταν άντρας σέρτης…απρόσιτος…άντρας βαρύς, δύσκολος δεν σήκωνε κάτι τέτοια…
Τράβηξε μια ρουφιξιά κι έκλεισε τα μάτια του. Μέσα στο παραλήρημά του είπε κάτι…δεν κατάλαβα…Μετά τον έπιασε ένας βήχας για ώρα πολύ…
-Απ τα κωλοτσίγαρα είναι…μουρμούρισε…
Έβηξε..είπε κάτι βρισιές στ αράπικα…καθάρισε την φωνή του και με ρώτησε βραχνά…
-Στην πατρίδα πότε πας;
-Τον άλλον μήνα καπταν Κλέων…αν δεν στραβώσει κάτι…
-Έχω ένα γράμμα κλειστό…να της πας…Να της το δώσεις στα χέρια της…
-Ποια καπταν Κλέων;
-Θα σου πω…θα σου πω όταν θάρθει η ώρα…Τόγραψα πριν τρείς μέρες πριν τρείς μήνες…τρία χρόνια…δεν θυμάμαι..Να της το πας στα χέρια της…Δεν θυμάμαι το πρόσωπό της…το χάνω…ήταν όμορφη. Ίσως είναι όμορφη ακόμα…Ακούς ρε αυτά που λέω;
-Τ΄ακούω καπταν Κλέων…τα ακούω…θα της το δώσω στα χέρια της…
Ίσως ήταν ο λόγος που δεν γύρισε ποτέ στην πατρίδα…σκεφτόμουν. Δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω…Μου είχε ξαναπεί κι άλλη φορά γι αυτό το γράμμα…αλλά ως εκεί….”Θα σου πω…θα σου πω όταν θάρθει η ώρα”…έλεγε…
Έκλεισε τα μάτια του και χάθηκε για πολύ ώρα.Έβαλα ένα πιοτό να πιω και κάθισα πιο κοντά να τον ακούω…Δεν ήθελα να βλέπω αυτόν τον λεβεντόγερο μαστουρωμένο…με τα πόδια μαζεμένα μέσα στην κελεμπία του…
Άρχισε πάλι το παραλήρημα…με τα μάτια κλειστά..
-Βλέπεις το άσπρο βαπόρι στην μπάντα μας; Εκατό μέτρα βαπόρι και βάλε…Που βρέθηκε τόσο σίδερο να πλέκει στον ωκεανό…Κινέζος είναι...Κινέζοι ψαράδες...σιγά...πόσοι είναι διακόσοι πεντακόσιοι χίλιοι…δεν μπορώ να τους μετρήσω…χωριάτες είναι απ τα ρυζοχώραφα που τους κάνανε ψαράδες…Το βλέπεις ρε;
-Το βλέπω καπταν Κλέων το βλέπω…
-Ψαράδες είμαστε εμείς οι Έλληνες…το λένε όλοι σ΄όλο τον Ατλαντικό…Ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Σπανιόλοι…εμείς οι Έλληνες…
-Καπταν Κλέων…θαρρώ τα παραλές…
-Τα παραλέω; Είσαι καινούργιος στον Ατλαντικό…έχεις πολλά να μάθεις…θα δεις…Να το ξέρεις…τρίζει ο Ατλαντικός όταν ψαρεύουν οι Έλληνες καπεταναίοι…Εγώ το ξέρω…κρατώ μπουλέτα*(λογαριασμό) απ τα ψάρια…απ όλα τα βαπόρια…ξέρω τι λέω…Πες μου τώρα για την πατρίδα…πες μου για τον Ματζάρη τον καπταν Καρδαμήλα τον Αρμουτίδη…πες μου για τους φίλους μου…τι κάνουν;
-Καλά είνα καπταν Κλέων…είναι καλά…Τους λέω για σένα και καμαρώνουν…Τους λέω ότι είσαι αρχιμηχανικός σε εκατόν σαράντα βαπόρια εδώ στο Ντακάρ…τους λέω ότι η πιο μεγάλη Γαλλική εταιρία έχει αρχιμηχανικό Έλληνα και κλαίνε…ξέρεις καπταν Κλέων οι γέροι συγκινούνται εύκολα…
Αυτό ήταν..άρχισε να κλαίει…αμέσως γύρισε αλλού και σκούπισε τα μάτια του κρυφά να μην τον δω…Για ώρα πολύ τίποτα…κοίταζε απ το τζάμι τους γλάρους και το πέλαγος…
-Ξέρεις…πριν σαράντα χρόνια έκανα μηχανικός στα καίκια τους…
-Τα ξέρω όλα καπταν Κλέων…τα ξέρω όλα...
Ύστερα έκλεισε τα μάτια του…χάθηκε σ΄ένα ύπνο βαθύ…
Ήρθε ο Σέσε πατώντας στις μύτες…
-Σε πάω σπίτι πατρόν*(αφεντικό);
-Όχι δεν τον αφήνω απόψε…θα κοιμηθώ εδώ. Στρώσε μου μέσα…
Απ το βιβλίο "Πέλαγα και πεσκάδες" www.pelagakaipeskades.gr tel 25510 26592
lagakaipeskades.gr tel 25510 26592
*** Ο Δημήτρης Σιμσιρίκης είναι Αλεξανδρουπολίτης, γνωστός έμπορος και πρώην ναυτικός για πολλά χρόνια σε ψαράδικα. Γνωρίζει καλά τη ζωή στη θάλασσα, την κουλτούρα της και τους εργάτες ναυτικούς σ' αυτήν. Οι ιστορίες του ατέλειωτες και δοσμένες με έναν τρόπο μοναδικό και γλαφυρό είτε τον διαβάζεις είτε τον ακούς! Αγάπησε με πάθος την θάλασσα, την όμορφη οικογένειά του και τους φίλους του και είναι λάτρης της Σαμοθράκης. Θεωρώ τυχερό τον εαυτόν μου που μπορώ πότε πότε να κουβεντιάζω ΖΩΝΤΑΝΑ μαζί του! Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του που έχει συγκεντρωμένα τα περισσότερα από όσα έγραψε και αξίζει κανείς να το έχει στην αγκαλιά του όταν θέλει να "συν-ταξιδέψει" μαζί του!
Σπιτάλας Βασίλης

31 Μαΐου 2021

Ιστορίες της θάλασσας από τον Δημήτρη Σιμσιρίκη

29 Μαΐου στις 6:38 μ.μ. 
-Τράβα ανοιχτά στο πέλαγος να πάρουμε ανάσα…φώναξε ο Φάνης κάτω απ΄την κουβέρτα.
Κοίταξα πίσω στην πρύμη μας το Ντακάρ. Θολούρα, σκόνη, οχλοβοή, μούχλα…Η μυρουδιά της σαπίλας έφτανε ως τη γέφυρα…
Τι ζητάω μέσα εκεί…χίλιες φορές το πέλαγος....
Στο μυαλό μου γυρνούσαν ακόμα οι εικόνες απ΄τον γάμο…ο Πιέρ…η Μαρί-ε-Ρόζ…ο Κλέων με το σμόκιν..
-Μια μεγάλη καλάδα θα βάλω εκεί στην τραγάνα*(σκληρός βυθός) και θα σαλπάρω το πρωί...κοιμηθείτε όλοι. Να το ξέρεις…αύριο θάναι δύσκολη μέρα θα δουλέψουμε στα ρέζικα*(ξέρες)…είπα τον Φάνη…
-Να σου κάνω κάτι να φας;
-Όχι δεν θέλω τίποτα…μόνο κάτι να πιω..
Μούφερε τον μαστραπά γεμάτο μ΄ένα κρασί άσπρο απ΄την Ελλάδα…Παριανό… τάστειλε ο καπταν Κυριαζής μ΄έναν μαύρο…δώδεκα μπουκάλια σε ένα κουτί από ψάρια…
Καλάραμε πάνω στον “πάγκο”…εκατόν είκοσι οργιές…Αριστερά μας…άπατα…χίλιες οργιές και βάλε…Κοίταξα το πέλαγος γύρα γύρα στο σκοτάδι. Ψυχή πουθενά σ΄όλο τον Ατλαντικό….
-Μοναχοβάπορο θα είμαστε πάλι απόψε…είπα...
Παρέα το ραδιοτηλέφωνο που…βράζανε ολη την νύχτα τα Ελληνικά βαπόρια. Λέγανε…λέγανε για τα παιδιά τους, λέγανε για τα ψάρια…έλεγε ο καπταν Βαγγέλης ότι ίσως σήμερα-αύριο γεννάει η κόρη του κι αυτός είναι καλαρισμένος*(ψάρευε) στον ωκεανό…Κουβέντες πίκρας…
-Να ξεμπαρκάρεις καπταν Βαγγέλη…να πας να δεις το εγγόνι σου…
-Ναι…ναι θα ξεμπαρκάρω καπταν Μιχάλη…Τον άλλον μήνα...τον άλλον μήνα θα ξεμπαρκάρω…
Το “Ντέλια” και το “Αργώ” δίνανε ραντεβού στο Φρι Τάουν να πάρουνε πετρέλαια…Γέλαγε ο καπταν Στέφος και έλεγε στο “Ankor” να ανταμώσουν σ΄εκείνο το μπάρ με τις καλές πουτάνες…Το σουξέ του “Ankor” ήταν η Ραφαέλλα μια πουτάνα πορτουγέζα…νάνος…με το σκιστό φορεματάκι της και το μπουτάκι απ έξω…
Ένας γλάρος όλη την νύχτα πίσω στα απόνερα, μια στις μπάντες μια στην πλώρη. Σαν να ήθελε να μου δείχνει την ρότα μου μέσα στο σκοτάδι. Τον παρακολουθώ…κάθισε δυο φορές στο δεξί καπόνι…χτυπούσε με την γκάγκα του την μπαστέκα*.(τροχαλία)
-Τι τον κοιτάς…φώναξε ο Φάνης. Ψόφιος απ την πείνα είναι…εσένα περιμένει να σαλπάρεις για να φάει…
Θάταν τρείς το ξημέρωμα…άκουσα στο ραδιοτηλέφωνο την φωνή του καπταν Κλέων…Είχα ένα ραδιοτηλέφωνο μόνο για το κανάλι της Gold Fisher…για να τον ακούω που μιλούσε με τους καπεταναίους του και τους μηχανικούς του…στα Γαλλικά και στα Ισπανικά. Δεν καταλάβαινα σχεδόν τίποτα. Ύστερα τον ρωτούσα…Τι τους είπες καπταν Κλέων;…Περίμενε περίμενε…θα στα πω όλα…
-Εεε…Βόρειε απ΄τα πέλαγα…μ΄ακούς;
-Έλα καπταν Κλέων σ΄ακούω…
-Καλησπέρα…καλημέρα…πως τα πάει το καπετανάκι μου..αντέχεις;
-Καλημέρα καλημέρα…χα χα…αντέχω ακόμα αν και μας πέθανε η "θάλασσα" εδώ και τρεις μέρες…καπταν Κλέων τέτοια ώρα στο γραφείο; Πότε κοιμάσαι;
-Χα χα…πώς να κοιμηθώ… ογδόντα βαπόρια έχω στο πέλαγος…Μαθαίνω ότι πάλι δουλεύεις μακριά απ τα βαπόρια...ρε δεν ακούς ποτέ αυτά που λέω;
-Τα ακούω καπταν Κλέων τα΄ακούω αλλά καλάραμε εδώ ανοιχτά στο Νιανίγκ και παίρνουμε καλά ψάρια…
-Μωρέ το ξέρω που είσαι…το ξέρω. Το πρωί στέλνω δυο δικά μου βαπόρια να καλάρουν*(να ψαρέψουν) πίσω σου. Στο είπα χίλιες φορές…ποτέ δεν μ΄ακους…ποτέ μόνος στο ωκεανό…Τέλος πάντων πότε γυρνάς;
-Την Παρασκευή…
-Οκ…καλή δουλειά και να προσέχεις…κι όπως σου είπα…κοντά στα βαπόρια…
-Οκ καπταν Κλέων…θα προσέχω…καλημέρα….
Την Παρασκευή το βράδυ πέσαμε δίπλα να δέσουμε.
Ούτε που κατάλαβα πως πέρασε μια βδομάδα…όλες οι μέρες…ίδιες. Τιγκάρανε τα ψυγεία ψάρια. Ψάρια πρώτα όλα…δεν είχαμε χώρο για δευτερότριτα…Τα δευτερότριτα στην θάλασσα…τα τρώγανε οι σκύλοι*(καρχαρίες) και οι γλάροι…
Απ τα σκοτάδια του λιμανιού ξεπρόβαλε η κάντιλακ του Κλέων. Το αραπάκι ο Σέσε ο οδηγός του βγήκε βιαστικός…ανήσυχος. Μου έκανε νεύμα να κατέβω.
-Τι τρέχει ρε Σέσε;
Έβγαλε ένα χαρτί απ την τσέπη του και το διάβασε στα Ελληνικά…
-Πατρόν* (αφεντικό) είπε έρτεις σπίτι μαζί τώρα…
-Δεν μπορώ ρε…πες του είμαι πολύ κουρασμένος…”μποκού φατιγιέ ρε…κομπρί;” κατάλαβες;
-Ουί…σε πάω εγκώ σπίτι μαζί τώρα…τουτ σουίτ*(αμέσως)…
Θα μάθεις Ελληνικά του είχε πει ο καπταν Κλέων…αλλιώς θα σ΄απολύσω…κι ο Σέσε ο δόλιος προσπαθούσε…
Στο δρόμο για το σπίτι ο Σέσε μούσκασε τον λόγο…
-Καπταν Κλέων…ήπιε “μαύρο”…μαύρο Λιμπάν*…κλαίει…τέλει πας σπίτι…. (χασίσι που το καλλιεργούν Λιβανέζοι στην Σενεγάλη και στο Μάλι βαθιά μέσα στην ζούγκλα.Τριάντα χιλιάδες Λιβανέζοι στο Ντακάρ…εμπόροι κόκας και νταβατζίδες. Όλα τα μπαρ και οι πουτάνες στα χέρια τους)
-Τι ; Ήπιε μαύρο; Γιατί;
-Ντεν ξέρει πατρόν*(αφεντικό)…κλαίει…τέλει εσένα…
Μπήκα στο σπίτι του αλαφιασμένος. Το σαλόνι…ένας μεγάλος χώρος που στο κέντρο δέσποζε μια ξυλόγλυπτη πιρόγα δυο τρία μέτρα με οκτώ κωπηλάτες από μαύρο μπάομπαμπ*(έβενος). Θάταν και τρακόσια κιλά…λογάριαζα. Το μπάομπαμπ σαν ξύλο δεν επιπλέει …πάει στον πάτο σαν μάρμαρο…Στους τοίχους άλλα ξυλόγλυπτα με γαζέλες ελέφαντες και λιοντάρια.Φωτογραφίες παντού…διάσπαρτες… ο Κλέων νέος με βαπόρια μαύρους και ψάρια…Όλα τα έπιπλα ξυλόγλυπτα…έργα τέχνης απ το Καζαμάνς και το Κάπο Βέρντε…
Ο καπταν Κλέων στον καναπέ ξαπλωμένος στο πλάι..δίπλα του ένα εξάγωνο τραπεζάκι σκαλιστό με φιλντισένια στολίσματα…κι επάνω του ένας λουλάς που κάπνιζε…Ο λουλάς σκαλιστός από ελεφαντόδοντο στολισμένος με χάντρες και δαχτυλίδια από χρυσό…Φορούσε μια γαλάζια μπούμπου* Τουαρέγκ (κελεμπία της παράξενης “γαλάζιας” φυλής της Σαχάρας) με χρυσαφιά κεντήματα. Τα μάτια του ήταν κλειστά…
Μισάνοιξε τα μάτια του…
-Κάτσε εδώ κοντά μου…κάτσε δίπλα μου…ψιθύρισε…
-Καπταν Κλέων μ΄όλο μου το σεβασμό…αλλά αυτό γιατί το πίνεις…θα σε σκοτώσει…
Μιλούσε αργά….η φωνή του ίσα που έβγαινε…
-Σαράντα χρόνια το πίνω…Το μαύρο*(χασίσι) δεν σκότωσε κανέναν…τα άσπρα*(κόκα-ηρωίνη ) σκοτώνουν τους νέους..Μόνο που το “μαύρο” κάνει την χαρά δυο φορές χαρά…όμως την λύπη...δέκα φορές λύπη…Εσύ όμως μην το πιείς ποτέ…δεν έχεις λόγο…
-Εσύ τι λόγο έχεις καπταν Κλέων;
-Έχω…Έχω τριάντα χρόνια έχω εδώ στο Ντακάρ και στην πατρίδα δεν έχω πάει ποτέ…ντρέπομαι που το λέω…Έκανα πολλά λεφτά όμως οικογένεια δεν έκανα ποτέ…ήταν όλες πουτάνες…Μια πουτάνα θάχα δίπλα μου στην ζωή μου γιατί αυτό μου άξιζε…όμως ξέφυγα…Μόνο την Μαρί Ροζ έχω την κόρη μου…που κι αυτή δεν έρχεται να με δει…έχει δουλειές λέει…κι εσένα που μ εκνευρίζεις με τις μαλακίες σου…δεν έχω κανέναν άλλον…
-Έχεις καπταν Κλέων…έχεις εκατόν σαράντα πληρώματα που πίνουν νερό στο όνομά σου κι όλους τους μαύρους που σε λατρεύουν…
-Ναι…ναι το ξέρω...όμως παιδιά μου έχω μόνο την Μαρί Ρόζ και σένα…
Βούρκωσα..μούρθαν δάκρυα ήθελα να τον αγκαλιάσω να τον σφίξω..όμως ο καπταν Κλέων ήταν άντρας σέρτης…απρόσιτος…άντρας βαρύς, δύσκολος δεν σήκωνε κάτι τέτοια…
Τράβηξε μια ρουφιξιά κι έκλεισε τα μάτια του. Μέσα στο παραλήρημά του είπε κάτι…δεν κατάλαβα…Μετά τον έπιασε ένας βήχας για ώρα πολύ…
-Απ τα κωλοτσίγαρα είναι…μουρμούρισε…
Έβηξε..είπε κάτι βρισιές στ αράπικα…καθάρισε την φωνή του και με ρώτησε βραχνά…
-Στην πατρίδα πότε πας;
-Τον άλλον μήνα καπταν Κλέων…αν δεν στραβώσει κάτι…
-Έχω ένα γράμμα κλειστό…να της πας…Να της το δώσεις στα χέρια της…
-Ποια καπταν Κλέων;
-Θα σου πω…θα σου πω όταν θάρθει η ώρα…Τόγραψα πριν τρείς μέρες πριν τρείς μήνες…τρία χρόνια…δεν θυμάμαι..Να της το πας στα χέρια της…Δεν θυμάμαι το πρόσωπό της…το χάνω…ήταν όμορφη. Ίσως είναι όμορφη ακόμα…Ακούς ρε αυτά που λέω;
-Τ΄ακούω καπταν Κλέων…τα ακούω…θα της το δώσω στα χέρια της…
Ίσως ήταν ο λόγος που δεν γύρισε ποτέ στην πατρίδα…σκεφτόμουν. Δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω…Μου είχε ξαναπεί κι άλλη φορά γι αυτό το γράμμα…αλλά ως εκεί….”Θα σου πω…θα σου πω όταν θάρθει η ώρα”…έλεγε…
Έκλεισε τα μάτια του και χάθηκε για πολύ ώρα.Έβαλα ένα πιοτό να πιω και κάθισα πιο κοντά να τον ακούω…Δεν ήθελα να βλέπω αυτόν τον λεβεντόγερο μαστουρωμένο…με τα πόδια μαζεμένα μέσα στην κελεμπία του…
Άρχισε πάλι το παραλήρημα…με τα μάτια κλειστά..
-Βλέπεις το άσπρο βαπόρι στην μπάντα μας; Εκατό μέτρα βαπόρι και βάλε…Που βρέθηκε τόσο σίδερο να πλέκει στον ωκεανό…Κινέζος είναι...Κινέζοι ψαράδες...σιγά...πόσοι είναι διακόσοι πεντακόσιοι χίλιοι…δεν μπορώ να τους μετρήσω…χωριάτες είναι απ τα ρυζοχώραφα που τους κάνανε ψαράδες…Το βλέπεις ρε;
-Το βλέπω καπταν Κλέων το βλέπω…
-Ψαράδες είμαστε εμείς οι Έλληνες…το λένε όλοι σ΄όλο τον Ατλαντικό…Ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Σπανιόλοι…εμείς οι Έλληνες…
-Καπταν Κλέων…θαρρώ τα παραλές…
-Τα παραλέω; Είσαι καινούργιος στον Ατλαντικό…έχεις πολλά να μάθεις…θα δεις…Να το ξέρεις…τρίζει ο Ατλαντικός όταν ψαρεύουν οι Έλληνες καπεταναίοι…Εγώ το ξέρω…κρατώ μπουλέτα*(λογαριασμό) απ τα ψάρια…απ όλα τα βαπόρια…ξέρω τι λέω…Πες μου τώρα για την πατρίδα…πες μου για τον Ματζάρη τον καπταν Καρδαμήλα τον Αρμουτίδη…πες μου για τους φίλους μου…τι κάνουν;
-Καλά είνα καπταν Κλέων…είναι καλά…Τους λέω για σένα και καμαρώνουν…Τους λέω ότι είσαι αρχιμηχανικός σε εκατόν σαράντα βαπόρια εδώ στο Ντακάρ…τους λέω ότι η πιο μεγάλη Γαλλική εταιρία έχει αρχιμηχανικό Έλληνα και κλαίνε…ξέρεις καπταν Κλέων οι γέροι συγκινούνται εύκολα…
Αυτό ήταν..άρχισε να κλαίει…αμέσως γύρισε αλλού και σκούπισε τα μάτια του κρυφά να μην τον δω…Για ώρα πολύ τίποτα…κοίταζε απ το τζάμι τους γλάρους και το πέλαγος…
-Ξέρεις…πριν σαράντα χρόνια έκανα μηχανικός στα καίκια τους…
-Τα ξέρω όλα καπταν Κλέων…τα ξέρω όλα...
Ύστερα έκλεισε τα μάτια του…χάθηκε σ΄ένα ύπνο βαθύ…
Ήρθε ο Σέσε πατώντας στις μύτες…
-Σε πάω σπίτι πατρόν*(αφεντικό);
-Όχι δεν τον αφήνω απόψε…θα κοιμηθώ εδώ. Στρώσε μου μέσα…
Απ το βιβλίο "Πέλαγα και πεσκάδες" www.pelagakaipeskades.gr tel 25510 26592


*** Ο Δημήτρης Σιμσιρίκης είναι Αλεξανδρουπολίτης, γνωστός έμπορος και πρώην ναυτικός για πολλά χρόνια σε ψαράδικα. Γνωρίζει καλά τη ζωή στη θάλασσα, την κουλτούρα της και τους εργάτες ναυτικούς σ' αυτήν. Οι ιστορίες του ατέλειωτες και δοσμένες με έναν τρόπο μοναδικό και γλαφυρό είτε τον διαβάζεις είτε τον ακούς! Αγάπησε με πάθος την θάλασσα, την όμορφη οικογένειά του και τους φίλους του και είναι λάτρης της Σαμοθράκης. Θεωρώ τυχερό τον εαυτόν μου που μπορώ πότε πότε να κουβεντιάζω ΖΩΝΤΑΝΑ μαζί του! Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του που έχει συγκεντρωμένα τα περισσότερα από όσα έγραψε και αξίζει κανείς να το έχει στην αγκαλιά του όταν θέλει να "συν-ταξιδέψει" μαζί του!
Σπιτάλας Βασίλης

15 Μαΐου 2021

Ιστορίες της θάλασσας - Δημήτρης Σιμσιρίκης


Το βράδυ βγήκαμε στο πέλαγος…Βαρύς ο καιρός…ούτε ένα αστέρι ούτε φεγγάρι ούτε ένα φως πουθενά…μια μαυρίλα όλος ο Ατλαντικός…μια μαυρίλα και στην ψυχή μου…Δεν ξέρω γιατί η νύχτα αγριεύει τόσο τον άνθρωπο…ίσως γιατί το σκοτάδι με κάνει ν΄ακούω αυτά που σκέφτομαι…Όμως μ αρέσει η νύχτα…ίσως γιατί σαν να φαίνονται για αύριο να είναι όλα πιθανά…Έβαλα το μπουκάλι το ουίσκι πάνω στον χάρτη…μια ουισκάρα θα χτυπήσω κι όλα θα λασσάρουν*(θα στρώσουν)…
Αρμενίσαμε τέσσερις πέντε ώρες…να πάμε κοντά στα Ελληνικά βαπόρια. Το “Αργώ”…το “Άντα” και το “Ευαγγελίστρια” το μεγάλο βαπόρι των Κυριαζήδων ήταν καλαρισμένα*(ψάρευαν) ανοιχτά απ το Ζοάλ…απ τις λίγες φορές που ψάρευαν τόσο κοντά στο Ντακάρ…Ο καπταν Γιάννης απ το “Αργώ” με πήρε χαμπάρι που αρμενίζω επάνω τους…Εβαλε μια φωνή στο VHF…
-Εεε..Βόρειε απ τα πέλαγααα…απ το “Αργώ” σε φωνάζω …καλησπέραααα…
-Καλησπέρα καπταν Γιάννη…σ άκουσα…αρμενίζω..
-Καλησπέρα..καλησπέρα…Το ξέρω..σε άκουσα που μιλούσες με τον καπταν Κλέων. Έλα να καλάρεις*(να ψαρέψεις) στην μπάντα μου και δεν θα φύγεις από κοντά μου μια βδομάδα..έτσι μούπε ο καπταν Κλέων…να σε βλέπωωω…
-Σ άκουσα...καπταν Γιάννη σ ευχαριστώ…σε μια ώρα θάμαι πίσω στην προπελιά σου…σ ευχαριστώ…
Τέτοιες κουβέντες ζέσταιναν την ψυχή μου…τέτοιες κουβέντες…
Θάταν τρεις το ξημέρωμα…καλάραμε στην δεξιά μπάντα του “Αργώ”..Μπροστά μας κάνα μίλι το “Άντα”…πίσω μας το “Ευαγγελίστρια” και τρία-τέσσερα σπανιόλικα…Το ένα το σπανιόλικο το “Santa Maria” το καπετάνευε ο καπταν Φώτης απ την Μάλαγα…ψυχούλα...άνθρωπος του Θεού…έπρεπε παπάς να ήταν όχι ψαροκαπετάνιος…Πάνω στην γέφυρα είχε εκατό εικονίσματα…θυμιατά…καντήλια που κουνιόταν απ το μπότζι… Αγίους, Χριστούς, Παναγίες…ακόμα και στο ταβάνι…Κάθε Κυριακή στο πέλαγος μας έκανε λειτουργία στο ραδιοτηλέφωνο κι ακούγαμε όλα τα βαπόρια…δυο ώρες ίσως και παραπάνω… Τραβούσαμε*(ψαρεύαμε) παρέα όλοι μαζί και είχαμε πορεία όστρια*(νότια)…Το πρωί κατά τις δέκα είχε ανέβει ο ήλιος ψηλά…έφερε έναν καιρό απ τον Γραίγο…αέρας μαζί με άμμο…Μια κάπνα η θάλασσα…όμως το “Suadu” το βαποράκι μου μουντάριζε στις θάλασσες…τραβούσαμε*(ψαρεύαμε) μαζί με τα βαπόρια…Η θάλασσα έσκαγε στην πλώρη κι έβγαινε απ την πρύμη… όμως ψαρεύαμε…γύρω μου φίλοι μου καπεταναίοι που άκουγα την ανάσα τους…Ο καπταν Φώτης έβαλε μια φωνή..
-Ε…Βόρειε..νάχεις το νου σου σε λίγο θα σαλπάρουμε…σε λίγο πέφτουμε στα άπατα..
-Ναι ναι καπταν Φώτη τόχω στο μυαλό μου…τόχω στις σημειώσεις μου…θα σαλπάρω*…(παίρνω το δίχτυ επάνω).

Δημήτρης Σιμσιρίκης

Ο Δ. Σιμσιρίκης είναι γνωστός έμπορος της Αλεξ/πολης, έκανε πολλά χρόνια στα ψαράδικα καράβια, είναι μεγάλος γνώστης της θάλασσας και έχει την ικανότητα να αποδίδει τις εμπειρίες του με έναν τρόπο ιδιαίτερα προσωπικό και γι΄αυτό μοναδικό. Είναι λάτρης της Σαμοθράκης και αισθάνομαι τυχερός που απολαμβάνω την φιλία του, να είναι γερός και να γράφει για να μη χαθούν όλα αυτά που έζησε και να μας τα μεταφέρει με τον τρόπο του!
Σπιτάλας Βασίλης

1 Μαΐου 2021

Ένα διαφορετικό Πάσχα, της θάλασσας από τον Δ.Σιμσιρίκη


ΠΑΣΧΑ

Φτάσαμε βράδυ στο Ντακάρ. Ο καπταν Κλέων έβαζε ρούχα σε μια μικρή βαλίτσα..
-Πετάω σε τρεις ώρες για Παρίσι, νομίζω στο είχα πει…Έχουμε συνέλευση μετόχων…Θα γυρίσω την Πέμπτη. Θα με πας στο αεροδρόμιο.
-Μα καπταν Κλέων αύριο είναι Πάσχα…κι Τάσος έφυγε για την Ελλάδα…είμαι μόνος…Έλεγα…η Μαρί Ροζ να βάψει κανένα κόκκινο αυγό να κάνουμε μαζί Πάσχα…Έχω και κόκκινη μπογιά…μου την έδωσε ο καπταν Φώτης…Έφερα και πενήντα αυγά απ το Καγιάρ…
-Ρε για ψάρια σ έστειλα στο Καγιάρ…αυγά έφερες;
-Μα…Πάσχα έχουμε αύριο καπταν Κλέων…Πάσχα..
-Α…ναι….
-Καπταν Κλέων άλλα όνειρα είχα γι αύριο…έλεγα στην βεράντα σου να κάτσουμε να πίνουμε μπίρες να μαγειρεύει Μαρί Ροζ να λέμε ιστορίες για την πατρίδα…αλλά εσύ ψάρια ονειρεύεσαι…
Κατάλαβε την πίκρα μου…τάλεγα και μόνο που δεν έκλαψα…
-Δεν πειράζει…πέρσι τέτοια μέρα ήσουν στο πέλαγος…φέτος είσαι πιο καλά…Κάνε καμιά γύρα στο λιμάνι κι αν είσαι τυχερός μπορεί να βρεις κάποιο Ελληνικό βαπόρι να κάνεις Πάσχα…θα φάτε και μαγειρίτσα…
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο για το αεροδρόμιο…σ όλη την διαδρομή δεν είπαμε κουβέντα…Οδηγούσα χωρίς να μιλώ…Τον μισούσα που έφευγε…δεν τούπα τίποτα για τα ψάρια…ούτε και με ρώτησε.Χτύπησε την πόρτα στο αυτοκίνητο κι απ το παράθυρο πέταξε ένα βιαστικό...
-Για τα ψάρια θα μου πεις όταν γυρίσω…Καλή Ανάσταση…
-Μπον βουαγιάζ καπετάνιε…Καλή Ανάσταση…
Πάτησα γκάζι και χάθηκα…”πως μπορεί να είναι τόσο σκληρός…γι αυτό άντεξε την αραπιά τριάντα χρόνια”…σκεφτόμουν…”έλα ρε…μέρα είναι θα περάσει”…και μου ήρθαν δάκρυα…Το πέλαγος σκέφθηκα …εκεί θάθελα να ήμουν τώρα…εκεί στα Ελληνικά ψαράδικα που σκάνε φωτοβολίδες στον ουρανό για να γιορτάσουν την Ανάσταση…Φωτιά όλος ο Ατλαντικός…Χριστός Ανέστη…μια αστραπή όλος ο ωκεανός…
Μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες…η Φανή μου τα πιτσιρίκια μου…αύριο γιορτάζει η Λαμπρινή μου η κορούλα μου…πόσο πονάω Θεέ μου…Ίσως τώρα στην Ελλάδα θα χτυπάνε οι καμπάνες…πόσο πονάω Θεέ μου…Πήγα στο σπίτι μόνος μου…να κλάψω…να κάνω Ανάσταση…
Απ τα χαράματα βγήκα στους δρόμους…γραμμή για το λιμάνι…να δω Ελληνική σημαία…να βρω Ελληνικό βαπόρι…να κάνω Πάσχα. Γύρισα σαν τρελός όλα τα ντόκα…τίποτα…Γερμανοί Γάλλοι Κινέζοι Σπανιόλοι Πορτογάλοι…Έλληνες πουθενά…απογοήτευση, πίκρα…βούρκωσα ήθελα να κλάψω…
Οδηγούσα στους δρόμους χωρίς να ξέρω που πάω…Σαν αστραπή μούρθε στο μυαλό μου το Νιανίγκ…”αυτό είναι…είπα, στο Νιανίγκ θα πάω στον Αντωνόπουλο τον ξενοδόχο”…Οι μόνοι Έλληνες στην Σενεγάλη…αυτός κι ο αδερφός του. Είχαν ένα μεγάλο ξενοδοχείο εκατόν πενήντα χιλιόμετρα νότια απ το Ντακάρ…προς την Γκάμπια…Μια κατάφυτη όαση δίπλα στον ωκεανό…Πισίνες…γήπεδα γκολφ…ιπποφορβεία με άλογα…μαρίνα και σκάφη με μαύρους καπεταναίους για να ψαρεύουν οι Γάλλοι με τις…κοιλάρες και τα πούρα…ξιφίες στον Ατλαντικό…Ένας παράδεισος για τους πλούσιους Γάλλους…
Βγήκα στον δρόμο πατημένος…πίσω μου έβλεπα στον καθρέφτη…άφηνα ένα ντουμάνι μια κάπνα…Είχα βέβαια μια αγωνία αν το σαραβαλάκι θα με πήγαινε στο Νιανίγκ…μα πιο πολύ φοβόμουν τα ποτάμια...Οι Σενεγαλέζοι δεν κάνουν γέφυρες…μια τσιμενταρία κάνουν και περνάει το νερό από πάνω. Αν σβήσει η μηχανή σε τρώνε οι κροκόδειλοι…”ρε αυτό κι αν είναι Πάσχα”…σκεφτόμουν…
Πέρασα την σαβάνα*(έρημος) πατημένος…τα γκάζια τέρμα …έβλεπα μια σκόνη πίσω μου.Ύστερα η ζούγκλα…τα ποτάμια…Στον δρόμο τίποτα…ούτε ελέφαντες ούτε γαζέλες ούτε μια μαϊμού…μια ησυχία…
Στο “Hotel Nianig” μου άνοιξε το “πασσάζο” ένας ευγενικός ψηλός μαύρος με μια μπλε στολή κι έναν μπερέ…με θυμόταν…
-Ααα…μπονζούρ μεσιέ…σαβά μπιέν;
-Α..γαμήσου και συ ρε μαλάκα…
Μου ανταπέδωσε τον χαιρετισμό μ ένα πλατύ χαμόγελο…κι έδειξε τις δοντάρες του…
Τον Αντωνόπουλο τον βρήκα σε μια από τις πισίνες του…έπινε τον καφέ του…Άντρας γύρω στα εξήντα…άσπρη γενειάδα μέχρι την κοιλάρα του..μ ένα πούρο στο χέρι και με μια άσπρη μπούμπου*(κελεμπία) με χρυσαφιά κεντήματα και με κάτι χαϊμαλιά στον λαιμό…σενεγαλέζος βέρος…
Ο Αντωνόπουλος είχε το Ελληνικό Προξενείο στο Ντακάρ…ήταν ο Πρόξενος της Ελλάδας…Το προξενείο το κρατούσαν η κυρία Λένα …Ελληνολιβανέζα …χήρα γύρω στα εξήντα…πρώην γκομενάρα, με την κόρη της γύρω στα τριάντα πέντε…γεματούλα λιγάκι αλλά…σε καλή κατάσταση…Πιο πολύ Λιβανέζα την έκανες παρά Ελληνίδα…είχε εκείνο το μελαψό το Λιβανέζικο …το πουτανιάρικο…
Στο Ντακάρ ερχόταν τα Ελληνικά αλιευτικά. Η κυρία Λένα κατέβαινε στο λιμάνι με την κόρης της…μ ένα μεγάλο μαύρο εξακύλινδρο Πεζώ, τάχα να πάρει ψάρια…Έπαιρνε δυο Έλληνες καπεταναίους να τους κάνει τραπέζι στο σπίτι της…Οι καπεταναίοι γυρνούσαν το πρωί στα βαπόρια…Τι στο διάολο τρώγανε μέχρι το πρωί…δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω…To προξενείο μας…κάπου στην Σαντινέρ, σε μια αράπικη συνοικία είχε μια ταμπέλα έναν θυρεό… “Consulat de Grece” …πήγαινα γιατί η κυρία Λένα πολύ με συμπαθούσε…τις πιο πολλές φορές που πήγα να κάνω κάνα τηλέφωνο στην Ελλάδα…ήταν κλειστό…
Ο Αντωνόπουλος με καλοδέχτηκε…μάλλον σαν να χάρηκε που με είδε…
-Καλημέρα κύριε Αντωνόπουλε …Χριστός Ανέστη…
-Καλώς τον Δημητρό καλημέρα…παρντόν δεν κατάλαβα τι είπες;
-Πάσχα κύριε Αντωνόπουλε …Πάσχα έχουμε σήμερα…
-Ααα…ναι; Σώπα ρε…αλήθεια; Μόνος σου ήρθες;
-Ναι κύριε Αντωνόπουλε …
-Δεν σου είπα όταν θάρχεσαι να φέρνεις δυο τρεις καπεταναίους φίλους σου; Οι πελάτησές μου…βαρέθηκαν θα φύγουν…βαρέθηκαν τους μαύρους υπαλλήλους μου…
-Ναι κυριε Αντωνόπουλε …όταν ξανάρθω θα τους φέρω…
Ανέμισε την κελεμπία του δεξιά αριστερά να πάρουν αέρα τα αρχίδια του…τράβηξε μια ρουφιξιά το πούρο και μου γύρισε την πλάτη…
-Να κάνω κανένα τηλέφωνο στην Ελλάδα κύριε Αντωνόπουλε;
-Ρε κάνε όσα θες…υπομονή θέλει μόνο…Παρντόν τώρα έχω δουλειά…θα τα πούμε μετά…και με παράτησε…
Οι πελάτησές του οι κυρίες και οι κόρες των Γάλλων βιομηχάνων κάναν διακοπές εξ επτά μήνες…μαυρίζαν τα κορμιά τους στον Αφρικάνικο ήλιο και το καλοκαίρι ανηφόριζαν στην Ευρώπη στις πλαζ του Κάπρι και της Κόστας Ντελ Σολ…να συνεχίσουν τις διακοπές τους…
Οι Γάλλοι βιομήχανοι ερχόταν κάθε Παρασκευή με τσάρτερ στο Ντακάρ κι από εκεί με κάτι λεωφοριάκια για ζούγκλα…μαύροι οδηγοί τους φέρναν στο Νιανίγκ. Άλλοι ντυμένοι με ρούχα καμουφλάζ για ζούγκλα με τις κοιλάρες τους και τα πούρα και κάτι καραμπίνες…κι άλλοι ντυμένοι καπεταναίοι με άσπρα καπέλα με χρυσές κλάρες με κοντά παντελονάκια και την κοιλάρα απ έξω…σούργελα να τους βλέπεις και να κλαίς…Ερχόταν το απόγευμα της Παρασκευής και πήγαιναν κατ ευθείαν στα μπάρ του ξενοδοχείου μαζί με τις καραμπίνες…Κατά τις δύο-τρεις την νύχτα δυο μαύροι τους σήκωναν…λιάρδα στο μεθύσι…
-Που τον πάνε τον Γάλλο κύριε Αντωνόπουλε; Έπαθε τίποτα;
-Μπά όχι ρε…τον πάνε να κοιμηθεί…
Το Σάββατο τα ίδια…πίναν μέχρι να βρουν τον πάτο…την Κυριακή το απόγευμα έφευγαν…Ποια ζούγκλα για γαζέλες…ποιον ωκεανό για ξιφίες…ουίσκια και μπίρες έπιναν μέχρι να στανιάρουν…Δεν ξέρω αν αυτοί οι εκατομμυριούχοι περνούσαν πιο καλά από μένα…
Έκανα βουτιές στις πισίνες έκανα γύρα τους μπουφέδες με τα τροπικά φρούτα και τα Αφρικάνικα φαγητά…τέλος πάντων έκανα Πάσχα πέρασα καλά ξεχάστηκα…πήρε να νυχτώνει… Ένιωσα μια ενοχή…”φτάνει το χασομέρι…έχω κι ένα πλήρωμα που με περιμένει” …σκέφθηκα…
-Θα φεύγω κύριε Αντωνόπουλε…
-Τρελάθηκες; Ούτε να το σκεφθείς…ρε που θα πας μέσα στην νύχτα…Θα σε φάνε οι μαύροι και τα φίδια…Θα φύγεις το πρωί…
-Δεν μπορώ κύριε Αντωνόπουλε…πρέπει να φύγω οπωσδήποτε το πρωί βγαίνω στην δουλειά…
Έφυγα νύχτα…ούτε που φανταζόμουν τι θα μου συνέβαινε…


*** Ο Δημήτρης είναι φίλος μου, Αλεξ/πολίτης έμπορος, πρώην ναυτικός για πολλά χρόνια και Λάτρης της Σαμοθράκης μας. Έχει το "χάρισμα" να γράφει γλαφυρά και η θεματολογία του είναι η θάλασσα. Πρόσφατα έχει εκδώσει βιβλίο του που αφηγείται τις ιστορίες του που είναι η ίδια η ζωή του.

29 Απριλίου 2021

Χρόνια Πολλά - Καλή Ανάσταση και Καλύτερες μέρες σε όλους




Ιδιαίτερες ευχές στους Απόδημους Έλληνες και σε όσους είναι Σαμόθρακες και δεν μπόρεσαν να επισκευθούν το νησί μας και να γιορτάσουν μαζί μας.
Χριστός Ανέστη

18 Μαρτίου 2021

Υπέροχη η συνέντευξη της ιστορικού Μαρίας Ευθυμίου στο ερώτημα του InsideStory: "Ποια είναι τα 10 πράγματα που θα έπρεπε οπωσδήποτε να πει σε κάποιον που δεν γνωρίζει απολύτως τίποτα για την ελληνική επανάσταση";


Υπέροχη η συνέντευξη της ιστορικού Μαρίας Ευθυμίου στο ερώτημα του
InsideStory
: "Ποια είναι τα 10 πράγματα που θα έπρεπε οπωσδήποτε να πει σε κάποιον που δεν γνωρίζει απολύτως τίποτα για την ελληνική επανάσταση";

1. Οι Έλληνες δεν ήταν οι πρώτοι που επαναστάτησαν ενάντια στους Οθωμανούς
Η Ελληνική Επανάσταση, που ξεκίνησε το 1821 και τελείωσε το 1830 με την αναγνώριση εθνικού ανεξάρτητου κράτους με το όνομα Ελλάς, είναι η δεύτερη στα Βαλκάνια. Την πρώτη την έκαναν οι Σέρβοι το 1804. Είχαν αρχηγό τους τον Γεώργιο Πέτροβιτς Καραγκεόργεβιτς, τον Καραγιώργη της Σερβίας, τον οποίον τιμούμε με δρόμο στην πρωτεύουσά μας επειδή υπήρξε σημαντική προσωπικότητα που έπαιξε ρόλο και στα ελληνικά πράγματα. Η σερβική επανάσταση ήταν μακρόσυρτη, ολοκληρώθηκε το 1830, αλλά με αυτονομία. Δηλαδή προέκυψε ένα αυτόνομο κράτος και όχι ανεξάρτητο, όπως αργότερα το ελληνικό.
Η επανάστασή τους δεν έμοιαζε πολύ με τη δική μας, διότι αυτών ξεκίνησε ως εξέγερση και εξελίχθηκε σε επανάσταση. Κατά την έκρηξη, δηλαδή, των γεγονότων, δεν είχαν εθνικό διακύβευμα στον νου τους, καθώς ξεκίνησαν διαμαρτυρόμενοι για την αθέτηση προνομίων που τους είχε παραχωρήσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τελικά η διαμαρτυρία έγινε επανάσταση. Αντίθετα, η ελληνική ξεκίνησε προετοιμασμένη ως τέτοια.
Τέλος η σερβική συνέβη μέσα στους ναπολεόντειους πολέμους, ενώ η ελληνική μετά τους ναπολεόντειους πολέμους. Έχει σημασία αυτό, μια και το συνολικό σκηνικό ήταν διαφορετικό στις δύο περιπτώσεις.
2. Η Ελλάδα ήταν το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος στην ανατολική Μεσόγειο
Η Ελλάδα υπήρξε το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος που δημιουργήθηκε αποκοπτόμενο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτό ήταν μεγάλη τομή, αν σκεφθεί κανείς ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία επί αιώνες ήταν νικηφόρα, κι αν έχανε εδάφη ─που έχανε δύσκολα─ ήταν προς όφελος μιας άλλη χώρας, που έπαιρνε τις περιοχές. Και τώρα έρχεται ένα τμήμα της –όχι μεγάλο βέβαια, διότι ήταν μικρά τα σύνορα του πρώτου ελληνικού κράτους– και γίνεται ανεξάρτητο κράτος. Αυτό το γεγονός επηρέασε τις εξελίξεις διότι οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι θεώρησαν το ελληνικό παράδειγμα πρότυπο για την δική τους εθνική πορεία κατά το δεύτερο μισό του 19ου και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Ο 19ος αιώνας ονομάζεται «ο αιώνας του εθνισμού», της τάσης των λαών να αποκοπούν από τις αυτοκρατορίες και να δημιουργήσουν δικά τους ανεξάρτητα κράτη. Σε αυτό οι Έλληνες είναι μπροστά παγκοσμίως, καθώς στην ίδια περίπου εποχή, με αρχηγούς άτομα σαν τον Σιμόν Μπολιβάρ, επαναστατικά γεγονότα γίνονται και στη Λατινική Αμερική, ενάντια στους Ισπανούς, και διαμορφώνονται τα σημερινά εθνικά κράτη στην εκεί περιοχή.
3. Κύρια αιτία της ελληνικής πρωτοπορίας: η παιδεία
Καίριος λόγος για το γεγονός ότι οι Έλληνες προηγήθηκαν ως προς την εθνική τους επανάσταση είναι ότι είχαν την πιο διαδεδομένη και σημαντική παιδεία στα Βαλκάνια, και μία γλώσσα με θαυμαστά χαρακτηριστικά πλούτου και διάρκειας. Η ελληνική γλώσσα, η κινεζική και η χίντι των Ινδών είναι οι μοναδικές ζώσες γλώσσες ανάμεσα στις περισσότερες από τις σημερινές περίπου 6.000 γλώσσες της γης, που την πορεία τους παρακολουθεί κανείς γραπτά επί σχεδόν 4.000 χρόνια. Υπήρξε δε, και ακόμα είναι, η γλώσσα της Ορθοδοξίας. Ξεκίνησε ως γλώσσα ολόκληρου του Χριστιανισμού και παρέμεινε για πολλούς αιώνες η κύρια γλώσσα της Ορθοδοξίας, γι’ αυτό και οι Ορθόδοξοι, ανεξαρτήτως καταγωγής, λέγονται παγκοσμίως Greek Orthodox, μια και τα τέσσερα πατριαρχεία της Ανατολής μιλούσαν ελληνικά – και ακόμα μιλούν, εκτός από αυτό της Αντιοχείας που πρόσφατα υιοθέτησε τα αραβικά, Το λέω αυτό διότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν θεοκρατική, σε χώριζε ανάλογα με το θρήσκευμά σου. Εξ αυτού, το γεγονός ότι τα εκατομμύρια των Χριστιανών Ορθοδόξων των Βαλκανίων, της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής διοικούνταν από ελληνόφωνα Πατριαρχεία προσέθετε μεγάλο ειδικό βάρος στη σπουδαία αυτή γλώσσα. Και στην παιδεία της.
Κατά τον 17ο, 18ο και 19ον αιώνα, οι Έλληνες είχαν τα περισσότερα και καλύτερα σχολεία από κάθε άλλον Χριστιανικό Ορθόδοξο λαό στη Βαλκανική. Όχι κρυφά σχολεία, αντίθετα, ολοφάνερα, και δυναμικά. Εξ αυτού είχαν εγγράμματους, μορφωμένους και λογίους. Πίσω από το επίτευγμα αυτό, κατά τους ίδιους αιώνες, κρύβεται η επίδοσή τους στο χερσαίο και το θαλασσινό εμπόριο που τους έφερνε σε επαφή με Δύση και με Ανατολή, ενισχύοντας την αυτοπεποίθησή τους, την ώρα που έφερνε γνώσεις και εμπειρίες, στον καιρό του εθνισμού.
4. Επαναστατήσαμε λόγω υπεροχής
Αυτό που συνήθως λέγεται είναι πως οι Έλληνες ξεκίνησαν το 1821 την επανάστασή τους απελπισμένοι από τα 400 χρόνια σκλαβιάς. Τούτο φυσικά ισχύει, αλλά παράλληλα ίσχυαν και άλλες πραγματικότητες. Αυτές υπογραμμίζει και ο Σπυρίδωνας Τρικούπης, ο πατέρας του Χαριλάου Τρικούπη, ο οποίος ήταν στέλεχος της Επανάστασης του 1821, λόγιος από το Μεσολόγγι, που όταν τελείωσε η Επανάσταση συνέγραψε την Ιστορία της. Στο προοίμιο του πολύτιμου αυτού έργου του ο Τρικούπης, αναφερόμενος στα αίτια της Επανάστασης, τα τοποθετεί στο γεγονός ότι οι Έλληνες, παρότι «δεσποζόμενοι», υπερείχαν και προόδευαν, ενώ οι Τούρκοι, παρότι «δεσπόζοντες» παρέμεναν στάσιμοι. Στο γεγονός δηλαδή ότι οι Έλληνες είχαν αποκτήσει αυτοπεποίθηση λόγω των επιδόσεών τους στα γράμματα, στο εμπόριο κ.λπ. και εξ αυτού αισθάνθηκαν ότι ήρθε ή ώρα να κάνουν την Επανάσταση. Ότι μπορούσαν να κάνουν την Επανάσταση. Και ότι είχαν πιθανότητες να τα βγάλουν επιτυχώς πέρα.
5. Ο Φιλελληνισμός και η σύνδεση της Επανάστασης με τη Δύση
Ο Φιλελληνισμός που εκδηλώθηκε κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο, μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία. Κανένας λαός δεν θα μπορούσε, σε τέτοια κρίσιμη ώρα, να έχει το προνόμιο που είχαν οι Έλληνες, οι οποίοι ήσαν γνωστοί χάρη στους προγόνους τους, που οι λαοί της Ευρώπης από τον 14ο ήδη αιώνα θαύμαζαν και μελετούσαν. Ο αγώνας των Σέρβων για παράδειγμα, δεν προξένησε τέτοιο κίνημα, γιατί οι Σέρβοι ήταν σχεδόν άγνωστοι για τους Ευρωπαίους. Αντίθετα, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί, όταν πληροφορήθηκαν τον Αγώνα των Ελλήνων, συγκινήθηκαν βαθιά νιώθοντας ότι τους αφορούσε, μια και οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούνταν από τον δυτικό κόσμο η βάση των ιδεών και του πολιτισμού του. Το γεγονός ότι όσο πιο μορφωμένος –άρα, κατά κανόνα, και κοινωνικά πιο ισχυρός και πιο ευκατάστατος– τόσο πιο ελληνομαθής, είχε σημασία στα πράγματα γιατί ισχυρά άτομα στάθηκαν στο πλευρό των Ελλήνων σε πολλές κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής την εποχή αυτή. Αυτό έκανε τη διαφορά στην Ελληνική Επανάσταση μια και, από ένα σημείο και πέρα, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία στάθηκαν υπέρ των Ελλήνων και αποφάσισαν πως θα δημιουργηθεί ένα ελληνικό κράτος που θα είναι ανεξάρτητο. Κάτι που δεν έζησαν οι Σέρβοι, με αποτέλεσμα να γίνουν ανεξάρτητοι πολύ αργότερα, προς το τέλος του 19ου αιώνα, αρχές του 20ού.
Ο Φιλελληνισμός είχε δύο σκέλη: αυτούς που ήρθαν να πολεμήσουν δίπλα στους Έλληνες και αυτούς που δρούσαν υπέρ των Ελλήνων από τις πατρίδες τους, οργανωμένοι σε φιλελληνικές επιτροπές (κομιτάτα). Μέχρι και 1.200 άτομα ήρθαν από τη Δύση για να πολεμήσουν μαζί με τους Έλληνες – οι περισσότεροι Γερμανοί. Από αυτά τα 1.200 άτομα, περίπου 350 σκοτώθηκαν ή πέθαναν στην Ελλάδα – και πάλι οι περισσότεροι Γερμανοί(...)
6. Το λαϊκό αίσθημα ήταν φιλορωσικό, όχι φιλοδυτικό
Η σύνδεσή μας με την Αγγλία κατά την Επανάσταση του 1821 είναι εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο της νεότερης Ιστορίας μας, γιατί ερμηνεύει και μία εθνική σχιζοφρένεια που ακόμη μάς συνοδεύει, μετά από 200 χρόνια ζωής. Το γεγονός δηλαδή ότι από το ’21 συνδεθήκαμε με τη Δύση, ενώ ο μέσος Έλληνας ήταν –και σε έναν βαθμό εξακολουθεί να είναι– κατά βάση φιλορώσος και αντιδυτικός. Την ίδια στιγμή όμως ήθελε να θεωρείται δυτικός, αφενός για να προστατεύεται από την ισχυρή Δύση και αφετέρου για να συγκαταλέγεται στους ισχυρούς, πρωτοπόρους, και επιτυχημένους του σύγχρονου κόσμου.
7. Η εχθρότητα «πολιτικών»-«στρατιωτικών»
Eπί 200 χρόνια υπηρετούμε ως κοινωνία ένα σχήμα που δημιουργήθηκε στην Επανάσταση: αυτό της εχθρότητας μεταξύ «πολιτικών» και «στρατιωτικών». Την επεξεργασία αυτής της πόλωσης ανέλαβαν αργότερα, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, κατά κύριο λόγο αριστερής κατεύθυνσης συγγραφείς, σαν τον Γιάννη Κορδάτο, οι οποίοι εξήγησαν ότι οι «κακοί πολιτικοί» πήραν στα χέρια τους την επανάσταση και αδίκησαν τους «καλούς στρατιωτικούς». Και αυτό είναι το αφήγημα που έχει περάσει για την Επανάσταση του '21. Αν ρωτήσει κανείς τον μέσο Έλληνα ποιος ήταν ο καλός της επανάστασης, θα πει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ποιος ήταν ο κακός, θα πει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.
Η αντίληψη αυτή πρώτα πρώτα βασίζεται σε κάτι πραγματικό: ότι κατά την επανάσταση, υπήρξε σύγκρουση μεταξύ «πολιτικών» και «στρατιωτικών». Έπειτα, στην επανάσταση την ίδια, ο μέσος απλός άνθρωπος καταλάβαινε περισσότερο τον Κολοκοτρώνη και τη στάση του, παρά τον Μαυροκορδάτο, μια και ο δεύτερος ήταν ένας Ευρωπαίος πολιτικός ενώ ο Κολοκοτρώνης ένας δικός του άνθρωπος, σαν τον ίδιο.
Όμως στο γεγονός ότι γίναμε ανεξάρτητο κράτος μεγάλο ρόλο έπαιξαν τόσο οι στρατιωτικοί όσο και οι πολιτικοί. Ανάμεσα στα άλλα, οι «πολιτικοί» κράτησαν και το διπλωματικό σκέλος των πραγμάτων του Αγώνα. Αν δεν ήταν αυτοί, πιθανά θα είχαμε γίνει αυτόνομο κράτος, όχι ανεξάρτητο. Θα ανήκαμε, δηλαδή, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα της πληρώναμε φόρους, στα εσωτερικά μας θα είχαμε ευρείες ελευθερίες, δεν θα είχαμε δικό μας στρατό ούτε δική μας εξωτερική πολιτική.
Γενικά, η Επανάσταση του 1821 ιδεολογικοποιήθηκε πολύ τα 200 χρόνια που κύλησαν. Όλες οι πολιτικές πλευρές τη διεκδίκησαν ως δική τους και, φυσικά, το ίδιο έκανε η Εκκλησία.
8. Οι εμφύλιοι πόλεμοι
Βασικό χαρακτηριστικό της Επανάστασης του '21 είναι και οι μεγάλης κλίμακας εσωτερικές συγκρούσεις, που πήραν τον χαρακτήρα εμφυλίου. Στην ουσία, όλο το 1824 ήταν χρονιά εμφυλίου πολέμου. Αυτό που οδήγησε την επανάσταση σε δύο κύκλους εμφυλίων ήταν η επιδίωξη του Θ. Κολοκοτρώνη να την ελέγξει πολιτικά. Τελικά, ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι ηττήθηκαν, γι’ αυτό και φυλακίστηκαν από τους αντιπάλους τους το 1825 στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, στην Ύδρα.
Ο Κολοκοτρώνης μπήκε στη διαδικασία διεκδίκησης της εξουσίας εκ μέρους των «στρατιωτικών» στηριγμένος στο γεγονός ότι είχε νικήσει, το καλοκαίρι του 1822, τον Δράμαλη στα Δερβενάκια, κάτι που εκτίναξε το κύρος και τη δύναμη του ίδιου, αλλά και των «στρατιωτικών» απέναντι στους «πολιτικούς». Με τις κινήσεις του να ελέγξει την Εθνοσυνέλευση του Άστρους, κατηγορήθηκε ότι επεδίωκε να εγκαθιδρύσει «γκοβέρνο μιλιτάρε», δηλαδή στρατιωτική κυβέρνηση. Θα μπορούσε να είχε επιτύχει, αλλά χειρίστηκε το πράγμα αφρόνως και τελικά απέτυχε, την ίδια ώρα που ο Ιμπραήμ και οι Αιγύπτιοι έμοιαζε πως συνέτριβαν την Επανάσταση, με μεγάλο κίνδυνο να ακολουθήσει γενική σφαγή.
Εδώ έχουμε μία πραγματικότητα που αξίζει προβληματισμού: το γεγονός δηλαδή ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος πράγματι στα Δερβενάκια έσωσε την Επανάσταση, δρα μετά με τρόπο βλαπτικό για αυτήν, όπως αργότερα έπραξε και ο Μιαούλης, ο μέγιστος των Ελλήνων ναυτικών της Επανάστασης, ο οποίος, αντιπολιτευόμενος τον Καποδίστρια, έκαψε στον Πόρο τον ελληνικό στόλο το 1831.
Στην πραγματικότητα ο Εμφύλιος δεν σταμάτησε το 1825, παρά υπέβοσκε και τα επόμενα χρόνια, αναζωπυρώθηκε μετά το 1830 ως αντιπολίτευση στον Καποδίστρια, κορυφώθηκε το 1831 μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, για να πάψει το 1833 με την έλευση της Αντιβασιλείας και του ενόπλου βαυαρικού σώματος που τη συνόδευε.
9. «Ετερόχθονες» και «αυτόχθονες»
Άλλη μία πόλωση της Επανάστασης υπήρξε εκείνη μεταξύ «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων». Ετερόχθονες θεωρούνταν οι Έλληνες που ήρθαν από αλλού στα σημεία που κρατήθηκε η Επανάσταση – δηλαδή στην Πελοπόννησο, στη Στερεά και σε κάποια νησιά. Αυτοί ήρθαν να πολεμήσουν, μαζί με τους αδελφούς τους, για την ελληνική υπόθεση, ωστόσο Πελοποννήσιοι και Στερεοελλαδίτες τους θεωρούσαν «ετερόχθονες», δηλαδή από άλλη χθόνα, άλλη γη, και τους αντιμετώπιζαν εχθρικά κατηγορώντας τους ότι ήρθαν ακόπως για να τους πάρουν τις δουλειές και τα αξιώματα.
Η διάσταση αυτή διατηρήθηκε επί μακρόν στην ελληνική πολιτική ζωή, μέχρι και τη δεκαετία του 1840. Πάντως, έχει ενδιαφέρον ότι στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822, οι Έλληνες ψήφισαν ως πρώτο πρωθυπουργό τους έναν «ετερόχθονα», τον μεγάλης μόρφωσης και ικανοτήτων Φαναριώτη Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Το δε 1827, στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, ως πρώτο Κυβερνήτη τους επέλεξαν τον επτανήσιο Ιωάννη Καποδίστρια, επίσης «ετερόχθονα», άνθρωπο εντυπωσιακών ικανοτήτων, παιδείας και ήθους.
10. Αποκοπή από το Πατριαρχείο
Μεγάλης σημασίας είναι τέλος η αποκοπή των Ελλήνων από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Τούτο, όπως και η σύνδεση των Ελλήνων με τη Δύση καθώς και τα εντυπωσιακά, δυτικού τύπου, Συντάγματα που ο Αγώνας υιοθέτησε, δικαιολογούν το γεγονός ότι ο Πόλεμος της Ελληνικής Εθνικής Ανεξαρτησίας θεωρείται Επανάσταση, μια και συνιστούν πολιτικές ανατροπές μεγάλης κλίμακας και εύρους.
Η αποκοπή της Εκκλησίας των επαναστατημένων περιοχών συνέβη αμέσως με την έκρηξη του Αγώνα, σαν να ήταν αυτονόητη, και διατηρήθηκε όλα τα χρόνια μέχρι και το 1833, οπότε το πράγμα έγινε επίσημο με την αναγνώριση το 1850 της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος – με την οποία και πορευόμαστε μέχρι σήμερα. Στη διάρκεια του Αγώνα, τα θέματα της Εκκλησίας λύνονταν από το κράτος μέσω του «Μινιστερίου της Λατρείας» και τον αντίστοιχο υπουργό, τον Μινίστρο της Λατρείας. Με τον τρόπον αυτό, η θρησκεία υπετάγη στο κράτος –στο εθνικό κράτος– κάτι που συνοδεύει τα πράγματα μέχρι σήμερα.
Οι Έλληνες στην επανάστασή τους δημιούργησαν ένα εθνικό σχήμα ελέγχου της Εκκλησίας τους. Τούτο συνέβη, στη συνέχεια, με όλα τα Χριστιανικά Ορθόδοξα κράτη της Βαλκανικής όταν απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, καθώς έσπευσαν –και αυτά– να αποκοπούν από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, με δικούς τους, μάλιστα, Πατριάρχες. Στη βάση των εξελίξεων αυτών βρίσκεται το γεγονός ότι πολιτικός προϊστάμενος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ήταν επί Βυζαντίου ο αυτοκράτορας, επί δε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο σουλτάνος. Έχοντας δημιουργήσει δικό σου ανεξάρτητο εθνικό κράτος, εάν ο κλήρος σου παρέμενε διοικητικά συνδεδεμένος με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τότε, εμμέσως, ο σουλτάνος θα είχε λόγο στα δικά σου πράγματα. Και τούτο δεν επιθυμούσε κανένα βαλκανικό κράτος την ώρα της εθνικής δημιουργίας του.